αιω

αιω
    ἀΐω
    I
    (ᾱ и ᾰ; только praes. и impf. ἄϊον с ᾱ)
    1) слышать
    

(τι и τινός Hom., Trag.)

    οὐκ ἀΐεις, ἃ φησὴ θεά ; Hom. — разве не слышишь, что говорит богиня?;
    πρὴν ἂν τῶν ἡμετέρων ἀΐῃς μύθων Soph. — прежде, чем услышишь наши слова

    2) видеть, замечать, знать Hom., Soph.
    3) слушать, слушаться
    

(πληγῆς Hom.; τοῦ ἄνακτος Aesch.; πατρός Arph.)

    II
    (только impf. ἄϊον с ᾱ) выдыхать
    

φίλον ἄϊον ἦτορ Hom. — я испускал дух, т.е. был при смерти


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αιω" в других словарях:

  • ἀίω — ἀΐω , ἀίω 1 perceive pres subj act 1st sg ἀΐω , ἀίω 1 perceive pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αΐω — (I) ἀΐω (Α) [ᾰ] (επικό και λυρικό ρήμα) 1. αντιλαμβάνομαι με την ακοή, ακούω 2. αντιλαμβάνομαι με τα μάτια, βλέπω 3. αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, εννοώ 4. βάζω αφτί, προσέχω 5. υποτάσσομαι, υπακούω. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για ποιητική λ. που απαντά… …   Dictionary of Greek

  • αἰῶ — αἰάζω cry fut ind act 1st sg (attic epic ionic) αἰών aevum masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄιον — ἄ̱ϊον , ἀίω 1 perceive imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἄ̱ϊον , ἀίω 1 perceive imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἄϊον , ἀίω 1 perceive imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἄϊον , ἀίω 1 perceive imperf ind act 1st sg (homeric ionic) ἄ̱ϊον …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ομάιον — ὁμάϊον, τὸ (ΑΜ) το σύνολο τών ακροατών, τών μαθητών τού Πυθαγόρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο) * + ἄιον «επιθανάτια εκπνοή» (< αἴω* [II] «εκπνέω, πεθαίνω»). Οι Σχολαστικοί χρησιμοποίησαν τον τ. με τη σημ. «σύνολο ακροατών» σε μια προσπάθεια να… …   Dictionary of Greek

  • ἀίετε — ἀ̱ΐετε , ἀίω 1 perceive imperf ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀΐετε , ἀίω 1 perceive pres imperat act 2nd pl ἀΐετε , ἀίω 1 perceive pres ind act 2nd pl ἀΐετε , ἀίω 1 perceive imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αΐσθω — ἀΐσθω (Α) (επικό ρήμα) 1. εκπνέω, αποπνέω, ξεφυσώ (βλ. και ἀΐω) 2. φρ. «ἀΐσθω θυμόν», εκπνέω, ξεψυχω.. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Συνδέεται ετυμολογικά με το ἀΐω ΙΙ «εκπνέω» βλ. λ. επίσης ετυμολογία τού ἀΐω Ι] …   Dictionary of Greek

  • .άιον — ἄ̱ϊον , ἀίω 1 perceive imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἄ̱ϊον , ἀίω 1 perceive imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἄ̱ϊον , ἀίω 2 perceive imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαίου — διᾱΐου , διά ἀίω 1 perceive imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric aeolic) διαΐου , διά ἀίω 1 perceive pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) διαΐου , διά ἀίω 1 perceive imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) διαί̱ου , διά ἰόω become imperf… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταπαίῃ — καταπαΐῃ , κατά , ἀπό ἀίω 1 perceive pres subj mp 2nd sg καταπαΐῃ , κατά , ἀπό ἀίω 1 perceive pres ind mp 2nd sg καταπαΐῃ , κατά , ἀπό ἀίω 1 perceive pres subj act 3rd sg κατά παίω 1 strike pres subj mp 2nd sg κατά παίω 1 strike pres ind mp 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραίου — παρᾱΐου , παρά ἀίω 1 perceive imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric aeolic) παραΐου , παρά ἀίω 1 perceive pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) παραΐου , παρά ἀίω 1 perceive imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) παραί̱ου , παρά ἰόω become …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»